lepton
lep
ˈlɛp
λεπ
ton
tən
ταν
/lˈɛptən/
lepta

Ορισμός και σημασία του "lepton"στα αγγλικά

01

λεπτόνιο, στοιχειώδες σωματίδιο με ημι-ακέραιο σπιν

a fundamental particle with half-integer spin, including electrons and their heavier counterparts, as well as neutrinos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leptons
Παραδείγματα
Experimental studies, such as those in high-energy physics, aim to probe the properties and interactions of leptons.
Πειραματικές μελέτες, όπως αυτές στη φυσική υψηλών ενεργειών, στοχεύουν στη διερεύνηση των ιδιοτήτων και των αλληλεπιδράσεων των λεπτονίων.
02

λεπτό, λεπτό

a former Greek monetary unit equal to one hundredth of a drachma
Παραδείγματα
The museum displayed a series of lepta alongside drachma coins.
Το μουσείο έθεσε σε έκθεση μια σειρά από λεπτά δίπλα σε νομίσματα δραχμών.

Λεξικό Δέντρο

antilepton
lepton
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store