leopard
leo
ˈlɛ
le
pard
pəd
pēd
leotard

Ορισμός και σημασία του "leopard"στα αγγλικά

01

λεοπάρδαλη

a large wild animal from the cat family with yellow fur and hollow black spots 
leopard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
leopards
Παραδείγματα
The leopard stealthily moved through the tall grass, its spotted coat blending perfectly with the surroundings. 

Η λεοπάρδαλη κινήθηκε κρυφά μέσα από τα ψηλά χόρτα, με τη στικτή της γούνα να συνδυάζεται τέλεια με το περιβάλλον.

1.1

δέρμα λεοπάρδαλης, γούνα λεοπάρδαλης

the skin or pelt of a leopard, often used decoratively or in clothing 
Παραδείγματα
The coat was trimmed with real leopard. 

Το παλτό ήταν περιποιημένο με αληθινό λεοπάρδαλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store