Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lentigo
01
λεντίγο, φάκη
a small brownish spot (of the pigment melanin) on the skin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lentigines
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
λεντίγο, φάκη