Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lense
01
φακός, οπτικός φακός
a transparent optical device used to converge or diverge transmitted light and to form images
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lenses
LanGeek



























