Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lending
01
δανεισμός
the act of giving money to someone or something and expecting it to be returned
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The lending terms included a low interest rate and a flexible repayment schedule.
Οι όροι δανεισμού περιλάμβαναν χαμηλό επιτόκιο και ένα ευέλικτο πρόγραμμα αποπληρωμής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
lending
lend



























