lender
Pronunciation
/ˈɫɛndɝ/

Ορισμός και σημασία του "lender"στα αγγλικά

01

δανειστής, οργανισμός δανεισμού

a person or entity that lends money to other people or organizations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lenders
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store