lender
len
ˈlɛn
len
der
leanderlanderleader

Ορισμός και σημασία του "lender"στα αγγλικά

01

δανειστής, οργανισμός δανεισμού

a person or entity that lends money to other people or organizations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lenders

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lender
lend
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store