lemonade
le
ˈlɛ
λε
mo
mə
μα
nade
neɪd
νειντ
unafraidpersuadepalisadedissuade

Ορισμός και σημασία του "lemonade"στα αγγλικά

01

λεμονάδα, ποτό λεμονιού

a drink made with water, sugar, and lemon juice 
lemonade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lemonades
Παραδείγματα
The kids set up a lemonade stand to raise money for charity. 

Τα παιδιά στήσανε ένα πάγκο λεμονάδας για να συγκεντρώσουν χρήματα για φιλανθρωπία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store