leitmotif
Pronunciation
/ˈɫaɪtmoʊˌtif/

Ορισμός και σημασία του "leitmotif"στα αγγλικά

01

λειτμοτίβ, κύριο θέμα

a theme that appears in a literary or musical piece several times and is associated with a particular person, idea or object
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leitmotifs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store