leisurely
leisurely
'leʒəli
λεζαλι

Ορισμός και σημασία του "leisurely"στα αγγλικά

01

αργά, χαλαρά

in a relaxed, unhurried manner 
leisurely definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
They walked leisurely through the park, enjoying the sunny afternoon. 

Περπατούσαν χαλαρά στο πάρκο, απολαμβάνοντας τη ηλιόλουστη απόγευμα.

01

χαλαρός, ανέμελος

carried out in a relaxed and unhurried manner 
leisurely definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most leisurely
συγκριτικός βαθμός
more leisurely
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
pace, activity, manner
Παραδείγματα
They enjoyed a leisurely stroll through the park on a sunny afternoon. 

Απολάμβαναν μια χαλαρή βόλτα στο πάρκο σε ένα ηλιόλουστο απόγευμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

leisurely
leisure
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store