leisure time
lei
ˈle
le
sure
ʒə
zhē
time
taɪm
taim

Ορισμός και σημασία του "leisure time"στα αγγλικά

01

ελεύθερος χρόνος, χρόνος αναψυχής

the period of time when a person is not working or occupied with other responsibilities 
leisure time definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He enjoys reading books in his leisure time. 

Απολαμβάνει να διαβάζει βιβλία στον ελεύθερο χρόνο του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store