leisure time
Pronunciation
/lˈiːʒɚ tˈaɪm/

Ορισμός και σημασία του "leisure time"στα αγγλικά

01

ελεύθερος χρόνος, χρόνος αναψυχής

the period of time when a person is not working or occupied with other responsibilities
leisure time definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The museum offers various events during leisure time on weekends.
Το μουσείο προσφέρει διάφορες εκδηλώσεις κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου τα σαββατοκύριακα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store