legislature
le
ˈlɛ
le
gis
ʤɪs
jis
la
ˌleɪ
lei
ture
ʧə
chē

Ορισμός και σημασία του "legislature"στα αγγλικά

01

νομοθετικό σώμα, νομοθετική συνέλευση

a group of elected officials responsible for making and changing laws in a government or state 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
legislatures
Παραδείγματα
The legislature passed new laws to protect the environment. 

Η νομοθετική εξουσία ψήφισε νέους νόμους για την προστασία του περιβάλλοντος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

legislature
legislate
legisl
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store