Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
legislatively
01
νομοθετικά
in a way that involves creating or approving laws by an official lawmaking group
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The issue was addressed legislatively through new rules passed by the parliament.
Το ζήτημα αντιμετωπίστηκε νομοθετικά μέσω νέων κανόνων που ψηφίστηκαν από το κοινοβούλιο.
02
νομοθετικά
not prehensile
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
legislatively
legislative
legislate
legisl



























