legality
le
li:
λι
ga
ˈgæ
γκαι
li
λα
ty
ti
τι
legeritylethality

Ορισμός και σημασία του "legality"στα αγγλικά

01

νομιμότητα

the fact that something is in accordance with the law 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
legalities
Παραδείγματα
The legality of the contract was questioned. 

Η νομιμότητα της σύμβασης αμφισβητήθηκε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

illegality
legality
legal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store