legal proceeding
Pronunciation
/lˈiːɡəl pɹəsˈiːdɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "legal proceeding"στα αγγλικά

Legal proceeding
01

νομική διαδικασία, δικαστική διαδικασία

an official process in a court of law to settle a legal matter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
legal proceedings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store