legal brief
le
ˈli:
li
gal
gəl
gēl
brief
bri:f
brif

Ορισμός και σημασία του "legal brief"στα αγγλικά

01

νομική έκθεση, νομικό σημείωμα

a written document presented to a court, outlining the legal arguments, relevant facts, and supporting laws for a particular case 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
legal briefs
Παραδείγματα
The attorney submitted a legal brief to the court ahead of the trial, detailing the defense's position. 

Ο δικηγόρος υπέβαλε ένα νομικό έγγραφο στο δικαστήριο πριν από τη δίκη, αναφέροντας λεπτομερώς τη θέση της άμυνας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store