lecture room
lec
ˈlɛk
λεκ
ture
ʧər
τσαρ
room
ru:m
ρουμ
/lˈɛktʃə ɹˈuːm/

Ορισμός και σημασία του "lecture room"στα αγγλικά

01

αίθουσα διαλέξεων, αμφιθέατρο

classroom where lectures are given
lecture room definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lecture rooms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store