Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lecture room
01
αίθουσα διαλέξεων, αμφιθέατρο
classroom where lectures are given
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lecture rooms
LanGeek



























