Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lectern
01
αναλόγιο, βελούδο
a stand with a slanted top used to hold notes or books for a speaker or reader
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lecterns
Παραδείγματα
He leaned on the lectern as he answered questions from the audience.
Κουρέλα στην αναλόγιο καθώς απαντούσε σε ερωτήσεις του κοινού.



























