lectern
lec
ˈlɛk
lek
tern
tən
tēn

Ορισμός και σημασία του "lectern"στα αγγλικά

01

αναλόγιο, βελούδο

a stand with a slanted top used to hold notes or books for a speaker or reader 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lecterns
Παραδείγματα
The speaker stood behind the lectern, ready to begin the presentation. 

Ο ομιλητής στάθηκε πίσω από το βεστιάριο, έτοιμος να ξεκινήσει την παρουσίαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store