Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lechwe
01
lechwe, lechwe αντιλόπη
large antelope native to wetland habitats in Africa, known for their striking appearance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lechwes



























