Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to leave out
01
παραλείπω, αποκλείω
to intentionally exclude someone or something
Transitive: to leave out sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
leave
ενεστώτας
leave out
γ΄ ενικό πρόσωπο
leaves out
ενεστώτα μετοχή
leaving out
απλός αόριστος
left out
παθητική μετοχή
left out
Παραδείγματα
The author left out a crucial plot point, leaving readers confused and unsatisfied.
Ο συγγραφέας παράλειψε ένα κρίσιμο σημείο της πλοκής, αφήνοντας τους αναγνώστες μπερδεμένους και δυσαρεστημένους.
02
αφήνω έξω, εκθέτω στο εξωτερικό
to cause something to remain outdoors or in an exposed environment
Transitive: to leave out sth
Παραδείγματα
Despite the forecast predicting clear skies, it's advisable not to leave sensitive electronic equipment out in case of unexpected rain.
Παρά την πρόγνωση που προβλέπει καθαρούς ουρανούς, συνιστάται να μην αφήνετε έξω ευαίσθητα ηλεκτρονικά εξαρτήματα σε περίπτωση απρόβλεπτης βροχής.



























