Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to leave office
01
αφήνω το γραφείο, παραιτούμαι από τη θέση
give up or retire from a position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
office
βασικό ρήμα
leave
ενεστώτας
leave office
γ΄ ενικό πρόσωπο
leaves office
ενεστώτα μετοχή
leaving office
απλός αόριστος
left office
παθητική μετοχή
left office



























