to leap out
Pronunciation
/lˈiːp ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "leap out"στα αγγλικά

to leap out
01

ξεχωρίζω, πηδώ στα μάτια

be highly noticeable
to leap out definition and meaning
02

πετάγομαι, πηδώ

jump out from a hiding place and surprise (someone)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
leap
ενεστώτας
leap out
γ΄ ενικό πρόσωπο
leaps out
ενεστώτα μετοχή
leaping out
απλός αόριστος
leapt out
παθητική μετοχή
leapt out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store