to leap out
leap
li:p
lip
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "leap out"στα αγγλικά

to leap out
01

ξεχωρίζω, πηδώ στα μάτια

be highly noticeable 
to leap out definition and meaning
02

πετάγομαι, πηδώ

jump out from a hiding place and surprise (someone) 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
leap
ενεστώτας
leap out
γ΄ ενικό πρόσωπο
leaps out
ενεστώτα μετοχή
leaping out
απλός αόριστος
leapt out
παθητική μετοχή
leapt out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store