Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leafage
01
φύλλωμα, φύλλα
the main organ of photosynthesis and transpiration in higher plants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
leafage
leaf



























