Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leaf
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leaves
Παραδείγματα
He carefully examined the underside of the leaf to check for signs of pests or diseases.
Εξέτασε προσεκτικά την κάτω πλευρά του φύλλου για να ελέγξει για σημάδια παρασίτων ή ασθενειών.
02
πάνελ, πτυσσόμενο τμήμα
a hinged or removable flat section of a structure, such as part of a table or a door
Παραδείγματα
They folded down the table leaf to save space.
Διπλώσαν το φύλλο του τραπεζιού για να εξοικονομήσουν χώρο.
03
φύλλο, σελίδα
a sheet of written or printed material, especially in a manuscript or book
Παραδείγματα
He turned a fragile leaf of the old manuscript.
Ανέτρεψε ένα εύθραυστο φύλλο του παλιού χειρογράφου.
to leaf
01
βλαστάνω, φυλλώνω
(of a plant) to produce new leaves
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
leaf
γ΄ ενικό πρόσωπο
leafs
ενεστώτα μετοχή
leafing
απλός αόριστος
leafed
παθητική μετοχή
leafed
Παραδείγματα
The trees began to leaf early this year.
Τα δέντρα άρχισαν να βλασταίνουν νωρίς φέτος.
02
αναποδογυρίζω σελίδες, ξεφυλλίζω
to turn pages one by one
Παραδείγματα
He leafed the binder to find the contract.
Ανέτρεψε το αρχείο για να βρει το συμβόλαιο.
Λεξικό Δέντρο
leafage
leafless
leaflet
leaf



























