leaded
leaded
'lɛdɪd
ledid
leavedloadedleafedleased

Ορισμός και σημασία του "leaded"στα αγγλικά

01

μολυβδωμένος, με πλαίσιο μολύβδου

(of a roof or windowpane) having frames covered with or made of lead 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

μολυβδωμένος, με μόλυβδο

treated or mixed with lead 
03

με λεπτές λωρίδες μολύβδου ανάμεσα στις γραμμές, με μολυβένιες ράβδους

having thin strips of lead between the lines of type 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store