lay into
lay
ˈleɪ
λει
in
ɪn
ιν
to
του
/lˈeɪ ˌɪntʊ/

Ορισμός και σημασία του "lay into"στα αγγλικά

to lay into
[phrase form: lay]
01

επιτίθεμαι, επιτίθεμαι λεκτικά

to assault someone physically or verbally
to lay into definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay into
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays into
ενεστώτα μετοχή
laying into
απλός αόριστος
laid into
παθητική μετοχή
laid into
Παραδείγματα
The bully laid into the smaller child without warning.
Ο νταής επιτέθηκε στο μικρότερο παιδί χωρίς προειδοποίηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store