Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lay into
[phrase form: lay]
01
επιτίθεμαι, επιτίθεμαι λεκτικά
to assault someone physically or verbally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay into
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays into
ενεστώτα μετοχή
laying into
απλός αόριστος
laid into
παθητική μετοχή
laid into
Παραδείγματα
The bully laid into the smaller child without warning.
Ο νταής επιτέθηκε στο μικρότερο παιδί χωρίς προειδοποίηση.



























