to lay into
lay
ˈleɪ
lei
in
ɪn
in
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "lay into"στα αγγλικά

to lay into
01

επιτίθεμαι, επιτίθεμαι λεκτικά

to assault someone physically or verbally 
to lay into definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay into
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays into
ενεστώτα μετοχή
laying into
απλός αόριστος
laid into
παθητική μετοχή
laid into
Παραδείγματα
The customer laid into the manager after his meal was served cold. 

Ο πελάτης επιτέθηκε στον μάνατζερ αφού του σέρβιραν το φαγητό κρύο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store