lawn cart
Pronunciation
/lˈɔːn kˈɑːɹt/

Ορισμός και σημασία του "lawn cart"στα αγγλικά

01

καροτσάκι γκαζόν, καροτσάκι κήπου

a cart for carrying small loads; has handles and one or more wheels
lawn cart definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lawn carts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store