lawmaker
Pronunciation
/ˈɫɔˌmeɪkɝ/

Ορισμός και σημασία του "lawmaker"στα αγγλικά

01

νομοθέτης, βουλευτής

someone who can write or approve a law as a member of a legislative body, usually elected by people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lawmakers
Παραδείγματα
Corruption scandals ultimately brought down several disgraced lawmakers who had betrayed the public trust.
Τα σκάνδαλα διαφθοράς κατέρριψαν τελικά πολλούς νομοθέτες που είχαν προδώσει την εμπιστοσύνη του κοινού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store