arson
ar
ˈɑ:
aa
son
sən
sēn
argon

Ορισμός και σημασία του "arson"στα αγγλικά

01

εμπρησμός, πυρομανία

the criminal act of setting something on fire, particularly a building 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The fire department suspects arson as the cause of the warehouse fire. 

Η πυροσβεστική υπηρεσία υποψιάζεται εμπρησμό ως την αιτία της πυρκαγιάς στην αποθήκη.

Λεξικό Δέντρο

arsonist
arson
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store