lav
Pronunciation
/lˈæv/

Ορισμός και σημασία του "lav"στα αγγλικά

01

τουαλέτα, αποχωρητήριο

a room or building equipped with one or more toilets
lav definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lavs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store