laureate
lau
ˈlɒ
λο
reate
riət
ριατ
lariat

Ορισμός και σημασία του "laureate"στα αγγλικά

01

βραβευμένος, τιμημένος

someone who is the recipient of a prize or honorary award because they have achieved something remarkable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
laureates
01

βραβευμένος, άξιος της μεγαλύτερης τιμής

worthy of the greatest honor or distinction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laureate
συγκριτικός βαθμός
more laureate
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
honor, achievement, recognition

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store