Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laundry detergent
01
απορρυπαντικό πλυσίματος, σκόνη πλυσίματος
a cleaning agent that is used to remove dirt, stains, and odors from clothing and other fabrics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
laundry detergents
LanGeek



























