laundering
laun
ˈlɔn
λον
de
ντερ
ring
rɪng
ρινγκ
/lˈɔːndəɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "laundering"στα αγγλικά

01

πλύσιμο, πλύση

washing clothes and bed linens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store