Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laugh line
01
γραμμή του γέλιου, πούλια
a wrinkle in the skin at the outer corner of your eyes
02
ατάκα, κορύφωση του αστείου
the point of a joke or humorous story
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laugh lines



























