laugh line
Pronunciation
/lˈæf lˈaɪn/

Ορισμός και σημασία του "laugh line"στα αγγλικά

01

γραμμή του γέλιου, πούλια

a wrinkle in the skin at the outer corner of your eyes
laugh line definition and meaning
02

ατάκα, κορύφωση του αστείου

the point of a joke or humorous story
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laugh lines
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store