Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lather
01
αφρός, σαπουνάφρος
the thick, foamy substance formed when soap or shampoo is mixed with water during the process of washing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
αφρός, αφρός ιδρώτα
the foam resulting from excessive sweating (as on a horse)
03
εργάτης που τοποθετεί πλακίδια, τεχνίτης εγκατάστασης πλακιδίων
a workman who puts up laths
04
διέγερση, ανησυχία
agitation resulting from active worry
to lather
01
αφρίζω, σαπουνίζω
to create a frothy or soapy foam by vigorously rubbing soap or shampoo with water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lather
γ΄ ενικό πρόσωπο
lathers
ενεστώτα μετοχή
lathering
απλός αόριστος
lathered
παθητική μετοχή
lathered
02
αφρίζω, δημιουργώ αφρό
form a lather
03
μαστιγώνω, δέρνω με βέργα
beat severely with a whip or rod
04
αφρίζω, ιδρώνω άφθονα
exude sweat or lather
Λεξικό Δέντρο
lathery
lather
lath



























