Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Latency
01
λανθάνουσα ύπαρξη, δυναμικότητα
a state where a quality or trait exists but is not actively expressed at the moment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
In education, a student's talent might have latency, becoming more apparent as they progress through advanced coursework.
Στην εκπαίδευση, το ταλέντο ενός μαθητή μπορεί να έχει λανθάνουσα περίοδο, γίνεται πιο εμφανές καθώς προχωρά σε προχωρημένα μαθήματα.
02
λανθάνουσα περίοδος, χρόνος καθυστέρησης
the time interval between the presentation of a stimulus and the observable response to it
Παραδείγματα
The experiment measured the latency of a reflex action.
Το πείραμα μέτρησε την καθυστέρηση μιας αντανακλαστικής δράσης.
03
καθυστέρηση, χρόνος πρόσβασης
(in computer science) the time required for a specific block of data on a storage medium to reach the read and write head
Παραδείγματα
The hard drive has a latency of 8 milliseconds per read.
Ο σκληρός δίσκος έχει καθυστέρηση 8 χιλιοστών του δευτερολέπτου ανά ανάγνωση.
Λεξικό Δέντρο
latency
late



























