Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to larn
01
αποκτώ γνώσεις ή δεξιότητες, μαθαίνω
gain knowledge or skills
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
larn
γ΄ ενικό πρόσωπο
larns
ενεστώτα μετοχή
larning
απλός αόριστος
larned
παθητική μετοχή
larned



























