larn
larn
lɑ:rn
λαρν
/lˈɑːn/

Ορισμός και σημασία του "larn"στα αγγλικά

to larn
01

αποκτώ γνώσεις ή δεξιότητες, μαθαίνω

gain knowledge or skills
to larn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
larn
γ΄ ενικό πρόσωπο
larns
ενεστώτα μετοχή
larning
απλός αόριστος
larned
παθητική μετοχή
larned
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store