large white
large
lɑ:ʤ
λατζ
white
waɪt
ουαιτ

Ορισμός και σημασία του "large white"στα αγγλικά

01

μεγάλο λευκό, λευκή πεταλούδα του λάχανου

a notable butterfly species characterized by its impressive size, white wings, and black or gray markings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
large whites

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store