Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Language school
01
σχολή γλωσσών, κέντρο γλωσσικής κατάρτισης
an educational institution or organization that offers courses or programs focused on teaching a specific language or languages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
language schools



























