Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Language barrier
01
γλωσσικό εμπόδιο
a difficulty emerging from the fact that people cannot communicate because they do not have a common language
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
language barriers



























