Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Langoustine
01
αστακός
a small European pinkish orange lobster that is cooked as food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
langoustines
LanGeek



























