landslip
Pronunciation
/lˈændslɪp/

Ορισμός και σημασία του "landslip"στα αγγλικά

01

κατολίσθηση, ολίσθηση εδάφους

a slide of a large mass of dirt and rock down a mountain or cliff
landslip definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
landslips
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store