Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Landslip
01
κατολίσθηση, ολίσθηση εδάφους
a slide of a large mass of dirt and rock down a mountain or cliff
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
landslips
Λεξικό Δέντρο
landslip
land
slip



























