Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
landlocked
01
χωρίς διέξοδο στη θάλασσα, περίκλειστος
(of a region or country) entirely surrounded by land, without any access to the sea or ocean
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
landlocked
land
locked



























