landlocked
land
ˈlænd
λαινντ
locked
lɒkt
λοκτ

Ορισμός και σημασία του "landlocked"στα αγγλικά

landlocked
01

χωρίς διέξοδο στη θάλασσα, περίκλειστος

(of a region or country) entirely surrounded by land, without any access to the sea or ocean 
γραμματικές πληροφορίες

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

landlocked

land

+

locked

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store