landline
land
ˈlænd
λαινντ
line
laɪn
λαιν
lazuline

Ορισμός και σημασία του "landline"στα αγγλικά

01

σταθερή τηλεφωνική γραμμή, σταθερό τηλέφωνο

a phone connection using underground cables or wires on poles, rather than the satellite connection 
landline definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
landlines
Παραδείγματα
She still uses a landline for reliable communication at home. 

Χρησιμοποιεί ακόμα ένα σταθερό τηλέφωνο για αξιόπιστη επικοινωνία στο σπίτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

landline

land

+

line

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store