landline
Pronunciation
/ˈɫændˌɫaɪn/

Ορισμός και σημασία του "landline"στα αγγλικά

01

σταθερή τηλεφωνική γραμμή, σταθερό τηλέφωνο

a phone connection using underground cables or wires on poles, rather than the satellite connection
landline definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
landlines
Παραδείγματα
The landline provided a clear connection during the storm.
Το σταθερό τηλέφωνο παρείχε σαφή σύνδεση κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store