land rail
land
lænd
lānd
rail
reɪl
reil

Ορισμός και σημασία του "land rail"στα αγγλικά

01

ευρωπαϊκή νερόκοτα, συχνή ευρασιατική σιδηροτροχιά

common Eurasian rail that frequents grain fields 
land rail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
land rails
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store