Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lancet
01
λανσέτα, χειρουργικό μαχαίρι με μυτερή λεπίδα
a surgical knife with a pointed double-edged blade; used for punctures and small incisions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lancets
02
λάνσες, γοτθικό αψίδα με αιχμηρή κορυφή
an acutely pointed Gothic arch, like a lance
LanGeek



























