Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lamp shade
01
σκιάστρα, καλύπτρα λαμπτήρα
a protective ornamental covering for a lamp, used to screen a light bulb from direct view
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lamp shades



























