lama
la
ˈlɑ:
laa
ma
lamialamna

Ορισμός και σημασία του "lama"στα αγγλικά

01

λάμα

llamas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
llamas
02

λάμα, Θιβετιανός ή Μογγόλος βουδιστής μοναχός

a Mongolian or Tibetan Buddhist monk 
Παραδείγματα
The lama offered blessings to the villagers. 

Ο λάμα έδωσε ευλογίες στους χωρικούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lamaist
lama
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store