Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lady friend
01
φίλη, κοπέλα
a girl or young woman with whom a man is romantically involved
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lady friends



























